Απαιτούνται 8 μήνες για να συσταθεί και αδειοδοτηθεί μια επιχείρηση εξαιτίας της αδιαφάνειας, της διαφθοράς, του ανεπαρκούς συντονισμού των υπηρεσιών και των επικαλύψεων αρμοδιοτήτων
Τραγική είναι η εικόνα του κρατικού μηχανισμού καθώς απαιτούνται 234 ημέρες- περίπου οκτώ μήνες- για να συσταθεί, εγκατασταθεί και πάρει άδεια λειτουργίας μια επιχείρηση.
Οσοι χρειάστηκε να «μπλεχτούν» στα δίχτυα του Δημοσίου διαπίστωσαν στην πλειονότητά τους αδιαφάνεια, διαφθορά, ανεπαρκή συντονισμό των υπηρεσιών, επικαλύψεις αρμοδιοτήτων μεταξύ των υπηρεσιών, ενώ χρειάστηκαν τη βοήθεια «μεσολαβητή» για να ολοκληρωθεί η δουλειά που είχαν.
Σύμφωνα με έρευνα του υπουργείου Εσωτερικών (Ειδική Υπηρεσία Εφαρμογής Προγραμμάτων ΚΠΣ) για τις διαδικασίες αδειοδότησης των ΕΠΕ και τα διοικητικά βάρη που υπάρχουν κατά την έκδοση μιας άδειας για την εγκατάσταση και λειτουργία μεταποιητικής επιχείρησης, προκύπτει ότι σε ποσοστό 50% (ο ένας στους δύο δηλαδή) οι ενδιαφερόμενοι χρειάστηκε να επισκεφθούν περισσότερες από δέκα φορές δημόσιες υπηρεσίες ώστε να εκδοθεί η άδειά τους. Ταυτόχρονα υπάρχουν συνολικά 120 νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις που ορίζουν τις διαδικασίες, ενώ χρειάζονται 234 ημέρες για τη σύσταση, εγκατάσταση και έκδοση της άδειας λειτουργίας μιας επιχείρησης. Το κόστος ανέρχεται σε 17.350 ευρώ, με το άμεσο κόστος να είναι 10.600 ευρώ και το διοικητικό 6.750 ευρώ.
Από την ανάγνωση των παραπάνω στοιχείων γίνεται άμεσα αντιληπτό γιατί οι ξένοι επενδυτές αποφεύγουν την Ελλάδα, αλλά και γιατί όλοι οι διεθνείς οργανισμοί και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητούν επανειλημμένα από την Ελλάδα να μειώσει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και τα διοικητικά βάρη εν γένει.
Παράλληλα αποδεικνύεται και γιατί η Ελλάδα υστερεί σε ανταγωνιστικότητα σε σχέση τόσο με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου.
Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτουν πολλά «τραγελαφικά» συμπεράσματα. Για το 52% των ερωτηθέντων ασχολήθηκαν περισσότερα από ένα τμήματα ή διευθύνσεις νομαρχιών με την αδειοδότηση των επιχειρήσεών τους, ενώ το ίδιο ποσοστό απάντησε ότι παρατήρησε επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ των υπηρεσιών.
Το 55% βρήκε ανεπαρκή τον συντονισμό των νομαρχιών με τα αρμόδια υπουργεία, ενώ το 50% θεωρεί ότι υπάρχει αδιαφάνεια και διαφθορά στις υπηρεσίες που ασχολούνται με την αδειοδότηση των επιχειρήσεων.
Μάλιστα το 67% θεωρεί ότι η νομοθεσία για την αδειοδότηση ευνοεί την ύπαρξη «μεσολαβητών» και το 70% των ερωτηθέντων χρησιμοποίησε εξωτερικό συνεργάτη για τη διεκπεραίωση των διαδικασιών.
Ο «μεσολαβητής» παρεμβαίνει συνήθως στην έγκριση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Ορων, ενώ το 87% κρίνει ότι ο «μεσολαβητής» είναι απαραίτητος για την έκδοση της άδειας.
Σχεδόν 8 στους 10 (78%) πιστεύουν ότι τα τμήματα και οι διευθύνσεις που ασχολούνται με την αδειοδότηση των επιχειρήσεων είναι υποστελεχωμένα και οι 9 στους 10 (το 88%) προτείνουν την πρόσληψη νέου προσωπικού.
Το 21% θεωρεί τις διαδικασίες αδειοδότησης «χρονοβόρες», το 12% «κοστοβόρες» για τις επιχειρήσεις, το 11% «πολύπλοκες», ενώ υπάρχει και ένα 3% που τις κρίνει «δυσνόητες». Από την άλλη πλευρά υπάρχει και ένα 20% που τις χαρακτηρίζει «ικανοποιητικές». Πάντως από την υποβολή του πρώτου δικαιολογητικού ως την έκδοση της άδειας εγκατάστασης της επιχείρησης το 56% χρειάστηκε να περιμένει από έναν ως τρεις μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι αρμόδιες υπηρεσίες μέσα σε έναν μήνα διεκπεραιώνουν κατά μέσο όρο 17 αιτήσεις για άδεια εγκατάστασης και 18 αιτήσεις για άδεια λειτουργίας.
Απογοητευτικό είναι και το αποτέλεσμα της έρευνας στην ερώτηση «Τι επίδραση έχει η σημερινή νομοθεσία αδειοδότησης σε έναν ενδιαφερόμενο με περιορισμένα οικονομικά μέσα για να ανοίξει επιχείρηση».
Το 42% απάντησε ότι έχει αρνητική επίδραση, γεγονός που σημαίνει ότι 4 στους 10 δεν θα ξεκινούσαν μια επιχείρηση παρ΄ ότι η κυβέρνηση διαφημίζει με κάθε τρόπο ότι στηρίζει τους νέους επιχειρηματίες.
Η σημερινή νομοθεσία αδειοδότησης κρίνεται από το 52% ότι δεν έχει καμία θετική επίδραση στη γυναικεία επιχειρηματικότητα, ενώ όσον αφορά την αντιμετώπιση της ανεργίας το 41% θεωρεί ότι δεν υπάρχει καμία επίδραση, το 35% ότι υπάρχει θετική επίδραση και το 24% αρνητική.