Κυριακή, 02.03.08
Αρνητική είναι η εμπειρία της ΔΕΗ από το λιθάνθρακα, ωστόσο η διοίκηση της επιχείρησης επιμένει στην άποψη ότι το συγκεκριμένο καύσιμο
«είναι η οικονομικότερη επιλογή».
Η σύμβαση που είχε υπογράψει πέρσι το Μάιο η ΔΕΗ με την εταιρία Ελινόιλ, για την παράδοση 300.000 μετρικών τόνων λιθάνθρακα στον ατμοηλεκτρικό σταθμό της Καρδιάς Πτολεμαΐδας, τινάχθηκε κυριολεκτικά στον αέρα πέντε μήνες μετά: τον Οκτώβριο η Ελινόιλ προχώρησε σε καταγγελία της σύμβασης με το αιτιολογικό ότι «η απροσδόκητα μεγάλη αύξηση της τιμής του υλικού αυτού παγκοσμίως κατέστησε τους όρους της σύμβασης εξαιρετικά επαχθείς». Στο διάστημα αυτό η τιμή του λιθάνθρακα αυξήθηκε από 70 δολάρια ανά τόνο, περίπου, σε 130 δολ. ενώ οι προβλέψεις του οργανισμού Euracoal, μέλος του οποίου είναι και η ΔΕΗ, λένε ότι οι τιμές του καυσίμου φέτος θα κυμανθούν μεταξύ 125 και 130 δολ. / μετρικό τόνο.
Η εξέλιξη με τη σύμβαση της Ελινόιλ είχε προκαλέσει και την αντίδραση του Σωματείου «Σπάρτακος» της ΔΕΗ στην Πτολεμαΐδα, που είναι το κέντρο παραγωγής λιγνίτη, σύμφωνα με την οποία «αυτοί που σχεδιάζουν την ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας για τα επόμενα χρόνια (Booz Allen Hamilton) και στηρίζουν την ενεργειακή επάρκεια της χώρας στο λιθάνθρακα αγνοούν την πραγματικότητα».
Ασφαλείς πληροφορίες του ΕΤ.Κ αναφέρουν πως η μελέτη του οίκου Booz Allen Hamilton, στην οποία στηρίχθηκε ο στρατηγικός σχεδιασμός της ΔΕΗ, βασίστηκε σε «σενάριο» για τιμή του λιθάνθρακα στα 55 δολάρια ανά τόνο, με βάση το οποίο τα λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ εμφανίζονταν μη ανταγωνιστικά.
Η αύξηση της τιμής του λιθάνθρακα και η παραμονή του σε υψηλά επίπεδα προφανώς ανατρέπει τα «σενάρια» στα οποία βασίστηκαν οι μελέτες, αλλά επιπλέον θέτει επιτακτικά το ερώτημα πόσες λιθανθρακικές μονάδες παραγωγής ρεύματος «αντέχει» η χώρα μας, ώστε να περιορίσει τον κίνδυνο των ανατιμήσεων.
Υπενθυμίζεται ότι εκτός από τις μονάδες ισχύος 1.600 μεγαβάτ που σχεδιάζει να κατασκευάσει η ΔΕΗ σε συνεργασία με τη γερμανική RWE (στις οποίες η RWE προβλέπεται να έχει την πλειοψηφία, 51 % των μετοχών), το επενδυτικό της πρόγραμμα περιλαμβάνει άλλες δύο λιθανθρακικές μονάδες σε συνεργασία με την ΑΓΕΤ και τη ΛΑΡΚΟ, ισχύος 1.400 – 1.600 μεγαβάτ, στις οποίες τον έλεγχο θα έχει η ΔΕΗ. Αλλα 1.800 μεγαβάτ από λιθάνθρακα σχεδιάζουν εξάλλου τρεις ιδιωτικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στην ηλεκτροπαραγωγή. Συνεπώς τα επενδυτικά σχέδια αφορούν την κατασκευή μονάδων παραγωγής ρεύματος από λιθάνθρακα συνολικής ισχύος 5.000 μεγαβάτ. Συγκριτικά, όλο το παραγωγικό δυναμικό της ΔΕΗ σήμερα από λιγνίτη, φυσικό αέριο, πετρέλαιο και υδροηλεκτρικά είναι 11.000 μεγαβάτ.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά το κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα. Το ΥΠΕΧΩΔΕ παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα την κατανομή για την περίοδο 2008 – 2012 με την οποία τα δικαιώματα για τον τομέα ηλεκτροπαραγωγής, δηλαδή κυρίως για τις μονάδες της ΔΕΗ, περικόπτονται από 52 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα ετησίως, που ήταν κατά την περίοδο 2005 – 2007, σε 46,3 εκατ.
Αν η ΔΕΗ ή οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση εντάσσεται στην κατανομή δικαιωμάτων ρύπανσης υπερβεί τις εκπομπές που παρέχονται δωρεάν, θα πρέπει είτε να αγοράσει τέτοια δικαιώματα από την αγορά είτε να πληρώσει πρόστιμα ύψους 100 ευρώ ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα.
Οι προβληματισμοί αυτοί προστίθενται στις αντιδράσεις φορέων και οργανώσεων στις περιοχές όπου προγραμματίζεται η εγκατάσταση των μονάδων λιθάνθρακα. Ηδη έχουν γίνει κινητοποιήσεις σε Βόλο, Καβάλα και Αστακό ενώ κατά της εγκατάστασης λιθανθρακικών μονάδων στην Καβάλα επιχειρηματολογεί και το τμήμα Ανατολικής Μακεδονίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου. Σύμφωνα με το ΤΕΕ:
Οι μονάδες θα λειτουργήσουν προσθετικά στο ήδη βεβαρημένο περιβάλλον και θα έχουν αρνητικές περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειες.
Η αιτιολόγηση του σχεδιασμού της ΔΕΗ για τη χρήση λιθάνθρακα στην παραγωγή ενέργειας δεν προσφέρει στη λύση του ενεργειακού προβλήματος της χώρας και δεν τονώνει την εθνική οικονομία αλλά την απομυζεί από πόρους εις βάρος των τοπικών κοινωνιών οι οποίες δέχονται τις επιπτώσεις.
Η λύση του ενεργειακού προβλήματος πρέπει να αναζητηθεί στον εκσυγχρονισμό και την αποκέντρωση των μονάδων παραγωγής, στον αποτελεσματικό έλεγχο της περιβαλλοντικής επίδοσης σε σχέση με τις κλιματικές αλλαγές και τις κοινοτικές δεσμεύσεις της χώρας μας, σε πολιτικές δραστικής μείωσης της κατανάλωσης και εξοικονόμησης ενέργειας καθώς και στη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
ΒΟΥΤΣΑΔΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ
Ελεύθερος Τύπος